Εφηβική Ιδοπαθής Σκολίωση

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο όρος ιδιοπαθής σκολίωση περιγράφει το ανώμαλο κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης (ΣΣ, για συντομία), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε κύρτωμα της ΣΣ είναι σκολίωση. Σύμφωνα με τον ορισμό της Scoliosis Research Society (SRS – Εταιρεία Ερευνών για την Σκολίωση), σκολίωση ονομάζεται το κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης που είναι μεγαλύτερο των 11 μοιρών και παρουσιάζει, ταυτόχρονα, στροφή των σπονδύλων. Η σκολίωση μπορεί να οφείλεται σε συγγενή, αναπτυξιακά ή εκφυλιστικά αίτια, αλλά οι περισσότερες περιπτώσεις είναι άγνωστης αιτιολογίας και περιγράφονται ως ιδιοπαθής σκολίωση.

Εμφανίζεται, συνηθέστερα, στη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης ή στη θωρακοσφυική (στο όριο μεταξύ της θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας), ή σπανιότερα αμιγώς στην οσφυϊκή. Συνήθως εμφανίζεται ένακύρτωμα σε σχήμα C, ή δύο συνεχόμενα που δίνουν στηΣΣ το σχήμα S. 

Οι πιο συνηθισμένες μορφές της σκολίωσης είναι:

Συγγενής σκολίωση (congenital scoliosis)

Οφείλεται στην εκ γενετής διαταραχή του σχηματισμού των σπονδύλων. Οι ασθενείς αυτοί εμφανίζουν σκολίωση από την βρεφική ηλικία.

Νευρομυϊκή σκολίωση (neuromuscular scoliosis)

Η διαταραχή των μυών ή των νεύρων τους, οδηγεί στην αδυναμία των μυών και στην δυσκολία της διατήρησης της ΣΣ σε ευθυγράμμιση πάνω από την πύελο. Συνήθως συμβαίνει στην παιδική ηλικία, σε ασθενείς που αδυνατούν να βαδίσουν λόγω νόσου μυογενούς (όπως η μυϊκή δυστροφία) ή νευρογενούς (όπως η εγκεφαλική παράλυση) αιτιολογίας.

Εκφυλιστική ή σκολίωση των ενηλίκων (degenerative scoliosis)

Αναπτύσσεται αργότερα στη ζωή, είτε εξ αρχής (de novo), είτε ως εξέλιξη σκολίωσης που υπήρχε από την παιδική ηλικία, αλλά ήταν στάσιμη. Οφείλεται στην εκφύλιση-αρθρίτιδα των αρθρώσεων μεταξύ των σπονδύλων και κυρίως του μεσοσπονδύλιου δίσκου.

Ιδιοπαθής ή εφηβική σκολίωση (idiopathic or adolescent scoliosis)

Η πιο συνηθισμένη μορφή της σκολίωσης, εμφανίζεται κυρίως στην εφηβική ηλικία, και εξελίσσεται κατά την φάση της ταχείας ανάπτυξης της εφηβείας (adolescent growth spurt). 
 

ΙΔΙΟΠΑΘΗΣ ΣΚΟΛΙΩΣΗ

Είναι η πιο συχνή μορφή σκολίωσης που εμφανίζεται κυρίως στην εφηβική ηλικία και οφείλει το όνομα της (ιδιοπαθής) στο ότι οφείλεται σε άγνωστη αιτία. Συχνά όμως εμφανίζεται σε μέλη της ίδιας οικογένειας, πράγμα που δείχνει κάποιας μορφής κληρονομικότητα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία, στις ΗΠΑ όμως υπολογίζεται πως μισό εκατομμύριο έφηβοι έχουν σκολίωση.

Η ιδιοπαθής σκολίωση χωρίζεται σε τρεις τύπους, με βάση την ηλικία στην οποία εμφανίζεται:

• απότη γέννηση έως 3 ετών: νηπιακή σκολίωση (infantile scoliosis)
• από 3 έως 9 ετών: παιδική (juvenile scoliosis)
• από 9 έως και 18 ετών: εφηβική (adolescent scoliosis).

Στον τελευταίο τύπο ανήκει το 80% του συνόλου των περιπτώσεων ιδιοπαθούς σκολίωσης.

Η παραπάνω ταξινόμηση κυρίως διαχωρίζει την νηπιακή από τους άλλους δύο τύπους σκολίωσης (παιδική και εφηβική), που έχουν ανάλογη μορφή και απάντηση στην θεραπεία. Υπάρχει κι ένας δεύτερος τρόπος ταξινόμησης,βάσει της ανάπτυξης των πνευμόνων, με το σκεπτικό ότι οι πνεύμονες μέχρι την ηλικία των πέντε ετών έχουν ολοκληρώσει την ανάπτυξη τους και η διαταραχή του πνευμονικού κλωβού (τον κλωβό αποτελούν η σπονδυλική στήλη με τις πλευρές) δεν επηρεάζει τη χωρητικότητα τους. Με αυτήν την ταξινόμηση,  η ιδιοπαθής σκολίωση χωρίζεται σε αυτήν πριν, και αυτήν μετά, την ηλικία των 5 ετών.

Ο κίνδυνος της προόδου της ιδιοπαθούς σκολίωσης είναι αυξημένος κατά την εφηβεία, κυρίως κατά την φάση της μέγιστης ανάπτυξης (juvenile growth spurt), που στα κορίτσια εμφανίζεται στην ηλικία των 11 ετών και στα αγόρια στην ηλικία των 13 ετών. Σκολίωση με σημαντικό κύρτωμα εμφανίζεται κυρίως στα κορίτσια χρειάζονται θεραπεία 8 φορές συχνότερα απ’ ό τι τα αγόρια, γιατί το κύρτωμα σε αυτά εμφανίζει τάση προόδου. Γενικά όμως η πλειοψηφία των ασθενών με σκολίωση δεν χρειάζεται καμία θεραπεία.


 

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ& ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΣΚΟΛΙΩΣΗΣ

Η ιδιοπαθής σκολίωση (στο εξής, για συντομία, ΙΣ) προκαλεί παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης, αλλά όχι πόνο. Οι ασθενείς με ΙΣ μπορεί να εμφανίζουν πόνο στην ΣΣ (π.χ. οσφυαλγία), όπως και οι συνομήλικοί τους, χωρίς όμως να εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία και συχνότητα οσφυαλγίας. Σε παιδιά που εμφανίζουν και πόνο και σκολίωση, η αιτία του πόνου δεν είναι η σκολίωση, αλλά κάτι άλλο. Δεδομένου ότι η σκολίωση προκαλεί αλλαγή του σχήματος του σώματος (παραμόρφωση – deformity, όσο άσχημο κι αν ακούγεται), εμφανή στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν στην διάγνωση της είναι: 

Α) ο ένας ώμος είναι ψηλότερα από τον άλλο
Β) προπέτεια μίας ωμοπλάτης (η μία ωμοπλάτη προεξέχει περισσότερο από την άλλη)
Γ) προπέτεια ή υψηλότερη θέση των πλευρών από την μια πλευρά
Δ) ένας γοφός προεξέχει ή είναι υψηλότερα από τον άλλο
Ε) ασυμμετρία μέσης

Συνήθως ο παιδίατρος ή η νοσοκόμα του σχολείου είναι οι πρώτοι που κάνουν τη διάγνωση της σκολίωσης. Το πιο συνηθισμένο τεστ για την διάγνωση μικρών, και χωρίς εμφανή παραμόρφωση, σκολιώσεων είναι το τεστ της επίκυψης (Adam’s test), κατά το οποίο ο μαθητής σκύβει, με τα χέρια μπροστά και τα γόνατα τεντωμένα, ενώ ο γιατρός ή ο νοσηλευτής παρακολουθεί την πλάτη του, κυρίως από πίσω (εικόνα 2). Αυτή η θέση δείχνει καθαρά την ασυμμετρία της ΣΣ και του κορμού γενικά. Το επόμενο βήμα για τη διάγνωση είναι η ακτινογραφία της ΣΣ.

Παρ’ ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η σκολίωση είναι ιδιοπαθής και δεν υπάρχει νευρομυϊκό υπόστρωμα, είναι τυπικά απαραίτητο και σωστό να γίνεται κλινική εξέταση, κυρίως το νευρολογικό σκέλος αυτής.

Η ακτινογραφία γίνεται στην όρθια θέση (προσθιοπίσθια), για την επιβεβαίωση της διάγνωσης και τη μέτρηση της σκολίωσης (σε μοίρες). Η μέθοδος που χρησιμοποιείται ονομάζεται Cobb και εμφανίζει ακρίβεια 3 -5 μοιρών. Στην ακτινογραφία πρέπει να περιέχεται και το άνω μέρος της πυέλου· από το βαθμό της οστεοποίησής της, μπορεί κανείς να υπολογίσει αδρά το υπολειπόμενο της ανάπτυξης του παιδιού (Risser Sign, κλίμακα 1 έως 5).  Σε συγκεκριμένες, σπάνιες περιπτώσεις,

  • Όταν η διάγνωση συνοδεύεται και από νευρολογικά ευρήματα (αυξημένα αντανακλαστικά)
  • Πριν από κάθε θεραπεία, στην παιδική σκολίωση
  • Αν η σκολίωση είναι αριστερή θωρακική (το κύρτωμα δηλαδή στρέφει το κυρτό προς την αριστερή πλευρά του σώματος, ενώ σχεδόν πάντα αναμένεται να είναι δεξιά)

τότε, απαιτείται και η λήψη μαγνητικής τομογραφίας της ΣΣ.

 

Με βάση τα ευρήματα, η αντιμετώπιση της ΙΣ μπορεί να είναι είτε συντηρητική, δηλαδή παρακολούθηση ή τοποθέτηση κηδεμόνα (κορσέ),είτε χειρουργική.


 

ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η απόφαση για την θεραπεία της ΙΣ λαμβάνεται με βάση τη σκελετική ωριμότητα του παιδιού (πόση ανάπτυξη υπολείπεται από την στιγμή της διάγνωσης) και τη θέση και το μέγεθος του κυρτώματος (σε μοίρες). Η συμπεριφορά κάθε σκολιωτικού κυρτώματος, δηλαδή το κατά πόσο θα μείνει στάσιμο ή θα προχωρήσει, επηρεάζεται από συγκεκριμένους παράγοντες. Πιο συγκεκριμένα, όσο νεότερος είναι ο ασθενής - δηλαδή όσο περισσότερο απέχει από τη σκελετική ωρίμανση - και όσο μεγαλύτερo είναι το κύρτωμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να μεγαλώσει κι άλλο (σε μοίρες). Άλλοι παράγοντες είναι το γυναικείο φύλο, η απουσία έμμηνου ρύσεως (που ισοδυναμεί με τη σκελετική ανωριμότητα) και η εντόπιση της σκολίωσης στη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. 

 

Μορφές αντιμετώπισης, όπως η γυμναστική, η χειροπρακτική, η οστεοπαθητική, η φυσικοθεραπεία, έχουν αποδειχθεί ανούσιες, μετά από εκτεταμένες μελέτες σε πάρα πολλά παιδιά. Εξ ίσου ανώφελο είναι να λέμε στο παιδί να αλλάξει καθημερινές συνήθειες – από ποιον ώμο κρεμάει τη σχολική τσάντα, πώς κάθεται στο θρανίο κ.λπ. – γιατί καμία δραστηριότητα δεν επηρεάζει το κύρτωμα.


 

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

Κυρτώματα μικρότερα των 10 μοιρών δε θεωρούνται σκολίωση, αλλά ασυμμετρία της ΣΣ. Αυτά είναι απίθανο να εξελιχθούν και γενικά δεν απαιτούν καμία μορφή παρακολούθησης ή θεραπείας, εκτός από περιπτώσεις που το παιδί είναι πολύ μικρής ηλικίας ή ανώριμο σκελετικά, οπότε και πρέπει να παρακολουθούνται. Παρακολουθούνται επίσης τα κυρτώματα 10-20 μοιρών, σε τακτά διαστήματα, 4 έως 6 μηνών, για τον έλεγχο της προόδου του κυρτώματος. Πρόοδος του κυρτώματος θεωρείται αύξηση κατ’ ελάχιστο 5 μοιρών

 (που είναι και το όριο ακρίβειας της μέτρησης): λιγότερο από 5 μοίρες δε θεωρείται πρόοδος και δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο. Αν η πρόοδος του κυρτώματος είναι μεγαλύτερη των 5 μοιρών, σε παιδί με ανώριμο σκελετό (παιδί που ακόμα μεγαλώνει), τότε τοποθετείται κηδεμόνας, αν η σκολίωση ξεπερνάει συνολικά τις 20 μοίρες.


 

ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ 

Ο κηδεμόνας θεωρείται ότι αναχαιτίζει την πρόοδο του κυρτώματος, αλλά δεν μπορεί να μειώσει την παραμόρφωση (το μέγεθος των κυρτωμάτων), δηλαδή να «θεραπεύσει» την σκολίωση. Επιπλέον, παρά τη χρήση του, το ένα τρίτο των σκολιώσεων θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν μέσα στον κηδεμόνα.

Η χρήση του κηδεμόνα επιβάλλεται να γίνεται μόνο κατά την περίοδο της μέγιστης ανάπτυξης που είναι το χρονικό διάστημα που η σκολίωση μπορεί να επιδεινωθεί. Η έμμηνη ρύση είναι η αρχή του τέλους της μέγιστης ανάπτυξης στα κορίτσια, που διαπιστώνεται οριστικά με την χρήση ακτινολογικών ευρημάτων (Risser sign και ακτινογραφία χεριού), αλλά και από την εμφάνιση προχωρημένων, δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου, όπως η ανάπτυξη των μαστών και της τριχοφυΐας του φύλου.

Τα κυρτώματα που πιθανώς  να συνεχίσουν να αναπτύσσονται μετά την εφηβεία (ως σκολίωση των ενηλίκων πλέον), είναι αυτά που είναι μεγαλύτερα των 50 μοιρών, για αυτό και ο αντικειμενικός σκοπός της θεραπείας με κηδεμόνα είναι να εισέλθει το παιδί στην ενήλικη ζωή, με κύρτωμα μικρότερο των 50 μοιρών.

 

Υπάρχουν 2 τύποι κηδεμόνα, με διαφορετικές ενδείξεις:

  1. Ο θωρακοσφυϊκός -ιερός κηδεμόνας (thoracolumbosacral orthosis-TLSO)
    Προσαρμόζεται ακριβώς στο σώμα κάθε παιδιού (custommoulded) και μπορεί να φορεθεί κάτω από τα ρούχα. Δρα με την εφαρμογή πίεσης τριών σημείων στην ΣΣ, και είναι συμβατός με κάθε σχεδόν τύπο κυρτώματος. Πρέπει να εφαρμόζεται για 16 έως 23 ώρες το 24ωρο, και μπορεί να αφαιρείται για τις αθλητικές δραστηριότητες.
     
  2. Ο κηδεμόνας τύπου Charleston
    Είναι νυκτερινός κηδεμόνας που ουσιαστικά κυρτώνει το σώμα ενάντια στο σκολιωτικό κύρτωμα. Συνίσταται η χρήση του μόνο στα μονήρη θωρακικά ήπια κυρτώματα.

 

Από τη στιγμή που ο κηδεμόνας μπορεί να σταματήσει την εξέλιξη ενός κυρτώματος σε παιδιά που δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους, είναι προφανές πως η χρήση του σε σκελετικά ώριμα παιδιά είναι περιττή. Η χρήση τους άρα περιορίζεται σε παιδιά 11-13 ετών -προκειμένου για κορίτσια- και 12-14 χρονών -προκειμένου για αγόρια. Ένα παιδί με σκολίωση περίπου 30 μοιρών, που είναι σχεδόν ώριμο σκελετικά, πρέπει να παρακολουθείται, αλλά όχι να αντιμετωπιστεί με κηδεμόνα,μιας και η πιθανότητα να επιδεινωθεί η σκολίωση είναι ελάχιστη. 

Όλα τα παραπάνω περί κηδεμόνων, αφορούν στη φιλοσοφία των Αμερικανών και Σκανδιναβών ιατρών. Η Βρετανική σχολή, από την άλλη, είναι τελείως αρνητική στη χρήση του κηδεμόνα στην ΙΣ. Η θεωρία των Βρετανών ιατρών είναι, ότι οι έρευνεςπου έγιναν από τους Αμερικανούς και τους Σκανδιναβούς για τους κηδεμόνες είχε μεθοδολογικά σφάλματα τέτοια, ώστε να είναι αναξιόπιστη. Εκτός αυτού, οι δικές τους έρευνες έδειξαν ότι, με ή χωρίς κηδεμόνα, ο αριθμός των παιδιών που θα οδηγηθούν τελικά στο χειρουργείο για σκολίωση είναι αναλογικά ο ίδιος. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι τα περισσότερα παιδιά δεν φορούν τον κηδεμόνα που τους έχει συσταθεί, γιατί αυτό έχει τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις στη ψυχοσύνθεση τους. Ως εκ τούτου, η έννοια του ελέγχου στα σχολεία για την πρώιμη διάγνωση της ΙΣ θεωρείται στη Βρετανία χωρίς ουσία, αφού η φυσική ιστορία της νόσου δε μπορεί να αλλάξει με την παρέμβαση σε πρώιμο στάδιο (μικρές σκολιώσεις). Για όσα παιδιά η σκολίωση είναι ορατή (παραμόρφωση), και εφόσον αυτό ενδείκνυται με βάση τις μετρούμενες μοίρες, συνιστάται η ολοκληρωτική λύση, που είναι η χειρουργική επέμβαση. Σήμερα η βιβλιογραφία κλείνει για άλλη μια φορά θετικά προς τους κηδεμόνες μετά τη δημοσίευση το 2013 μιας μεθοδολογικά σωστής εργασίας στο NewEnglandJournalofMedicine από τους Weinsteinetal η οποία έδειξε ότι οι κηδεμόνες είναι αποτελεσματικοί.

 

ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Ο σκοπός του χειρουργείου στην ΙΣ είναι η σπονδυλοδεσία, το δέσιμο δηλαδή των επιμέρους σπονδύλων που συμμετέχουν στο κύρτωμα, ούτως ώστε να σταματήσει η επιδείνωση της σκολίωσης. Ταυτόχρονα, με την τοποθέτηση ισχυρών υλικών, επιτυγχάνεται και η διόρθωση, εν μέρει, των κυρτωμάτων, άρα κι ένα καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. 

Το χειρουργείο για την σκολίωση συνιστάται σε κυρτώματα μεγαλύτερα των 40 μοιρών, που δείχνουν ότι συνεχίζουν να επιδεινώνονται, παρά τη χρήση του κηδεμόνα, καθώς και σε κυρτώματα μεγαλύτερα των 50 μοιρών, μετά το πέρας της σκελετικής ωρίμανσης (γιατί αυτά θα επιδεινώνονται κατά την ενήλικο ζωή).

Ο λόγος για τον οποίο χειρουργούμε τη σκολίωση, μέχρι τις 70 -80 μοίρες, είναι καθαρά κοσμητικός/αισθητικός. Όταν η σκολίωση είναι μεγαλύτερη από αυτό το όριο, εκτός της σοβαρής παραμόρφωσης που προκαλεί, πιέζει την καρδιά και τους πνεύμονες. Για το λόγο αυτό,η υπέρβαση του ορίου των 80 μοιρών είναι και η απόλυτη ένδειξη για σπονδυλοδεσία. 

Η αναμενόμενη διόρθωση, με τα σύγχρονα υλικά σπονδυλοδεσίας, είναι της τάξεως του 50% (σε μοίρες πάντα) και εξαρτάται από την ελαστικότητα της σπονδυλικής στήλης. Σε μεγαλύτερες ηλικίες, η ΣΣ χάνει την ελαστικότητα της και μεγάλες διορθώσεις είναι δύσκολο να επιτευχθούν. Ο στόχος του χειρουργείου δεν είναι τόσο η αριθμητική διόρθωση του/των κυρτωμάτων, όσο η δημιουργία αρμονικής ΣΣ και ώμων (που συχνά, πριν την επέμβαση, είναι ανισοϋψείς).

Κατά το κλασικό, οπίσθιο χειρουργείο, οι ράβδοι εφαρμόζονται σε ζευγάρια (αριστερά και δεξιά), και στερεώνονται σταθερά στους σπονδύλους με τη χρήση αγκίστρων, βιδών ή συρμάτων. Ταυτόχρονα, προστίθεται οστό (μόσχευμα) -είτε από την πύελο του ασθενούς, είτε από τράπεζες οστού- που δένει βιολογικά τους σπονδύλους μεταξύ τους (fusion), σε μια διαδικασία που διαρκεί 3 με 6 μήνες (καμιά φορά και περισσότερο) και παρέχει την μόνιμη ακινητοποίηση της ΣΣ (οι ράβδοι παρέχουν διόρθωση και προσωρινή ακινητοποίηση).

Υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσει ο χειρουργός τη σπονδυλική στήλη, η πρόσθια προσπέλαση(δια του θώρακα ή της κοιλιάς) και η οπίσθια.

Οπίσθια προσπέλαση επί της ΣΣ

Η προσπέλαση γίνεται στο οπίσθιο μέρος των σπονδύλων, στους οποίους εφαρμόζονται τα υλικά που θα δεθούν με την ράβδο (βίδες ή/και άγκιστρα, ή/και σύρματα). Δίνεται στις ράβδους το επιθυμητό σχήμα και προσαρμόζονται στους σπονδύλους, με αποτέλεσμα το κύρτωμα να παίρνει τελικά το σχήμα των ράβδων. Τέλος προστίθεται το οστικό μόσχευμα.

Πρόσθια σπονδυλοδεσία

Υπάρχουν ορισμένες ειδικές ενδείξεις για πρόσθια σπονδυλοδεσία (είτε μόνη, είτε σε συνδυασμό με οπίσθια). Με μια πλάγια τομή είτε στον θώρακα είτε στην κοιλιά, φτάνουμε στη σπονδυλική στήλη, αφού παραμερίσουμε τα ευγενή όργανα. Στη συνέχεια αφαιρούνται οι δίσκοι μεταξύ των σπονδύλων, πράγμα που κάνει την ΣΣ πιο ελαστική, και τοποθετούνται βίδες σε κάθε σπόνδυλο που θέλουμε να σπονδυλοδέσουμε. Πάλι η ράβδος (μια είναι αρκετή, αν και δύο παρέχουν καλύτερη συγκράτηση) κυρτώνεται εκτός σώματος και εφαρμόζεται στην ΣΣ, κλειδώνοντας σε κάθε σπόνδυλο, με αποτέλεσμα η ΣΣ να παίρνει το σχήμα της ράβδου. Το οστικό μόσχευμα αντικαθιστά τους δίσκους, όπου και τελικά θα γίνει η σπονδυλοδεσία.

Ως μεμονωμένη επέμβαση, μπορεί να γίνει σε όλους τους τύπους σκολίωσης με μονήρη καμπύλη (θώρακα, θωρακοσφυϊκή ή οσφυϊκή), με το πλεονέκτημα ότι μπορεί να επιτευχθεί το ίδιο ή και καλύτερο αποτέλεσμα (και ως διόρθωση αλλά και λόγω της θέσης της ουλής στο σώμα) δένοντας λιγότερους σπονδύλους, απ’ότι στην οπίσθια. Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία στις θωρακοσφυϊκές και οσφυϊκές σκολιώσεις, όπου καταβάλλεται προσπάθεια να μείνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι σπόνδυλοι εκτός της σπονδυλοδεσίας, τόσο για να διατηρηθεί η κίνηση της οσφύος, όσο και για να αποφευχθεί η δημιουργία, στο μέλλον, αρθρίτιδας και πόνου στα ελεύθερα τμήματα, μεταξύ σπονδυλοδεσίας και πυέλου.

 


ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Ο σημαντικότερος κίνδυνος είναι η παραπληγία, που είναι πάρα πολύ σπάνια επιπλοκή (2 στα 10.000 παιδιά: 0.02% βάσει του SRS) και οφείλεται στη διεγχειρητική διαταραχή του νωτιαίου μυελού, είτε λόγω παρενόχλησής του από κάποιο από τα υλικά αγκίστρωσης, είτε από πτώση της πίεσης και άρα της παροχής αίματος σε αυτόν, είτε από την αλλαγή του σχήματος της ΣΣ και, συνεπώς, του νωτιαίου μυελού.

Για την πρόληψη τέτοιου συμβάντος, ο νωτιαίος μυελός παρακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια της επέμβασης. Με την τοποθέτηση ηλεκτροδίων στα άκρα και στο κεφάλι, καταγράφεται τόσο η αυτόματη δραστηριότητα των νεύρων (αυτόματο ηλεκτρομυογράφημα: spontaneous EMG_spEMG), όσο και το αν περνάει ηλεκτρικό ρεύμα από τα άκρα στο κεφάλι (σωματο-αισθητήρια προκλητά δυναμικά: somatosensory evoked potentials_SSEP’s) και από το κεφάλι στα άκρα (κινητικά προκλητά δυναμικά: transcranial motor evoked potentials_tcMEPs). Επίσης χρησιμοποιείται ακόμη το τεστ αφύπνισης, αν και η ηλεκτρική παρακολούθηση του νωτιαίου μυελού τείνει να αποδειχθεί ιδιαίτερα αξιόπιστη. Κατά το τεστ αφύπνισης (Stagnara test, από το όνομα του εμπνευστή του), αφού τοποθετηθεί η ράβδος, ξυπνάμε τον ασθενή – δεν πονάει και δεν θυμάται το περιστατικό μετά το χειρουργείο – και του ζητάμε να κουνήσει τα κάτω άκρα.

Αν κάποια από τις δυο αυτές μεθόδους – ηλεκτρική παρακολούθηση και τεστ αφύπνισης – δείξει ότι υπάρχει παθολογία, τότε χαλαρώνεται η διόρθωση και αν, μετά την αρχική χαλάρωση δεν επανέλθει η κίνηση στα κάτω άκρα, αφαιρούνται εντελώς τα υλικά σπονδυλοδεσίας.

Άλλος σημαντικός κίνδυνος είναι η μεγάλη απώλεια αίματος, που περιορίζεται με προσεκτική τεχνική, ώστε τελικά, συνήθως, να μη χρειάζεται μετάγγιση αίματος. Προληπτικά, ο ασθενής μπορεί προ-εγχειρητικά να δώσει ο ίδιος μια μονάδα αίματος (αυτόλογη μετάγγιση), είτε αμέσως πριν το χειρουργείο, είτε ένα μήνα νωρίτερα, ώστε να το αναπληρώσει στο μεταξύ ο οργανισμός. Το αίμα αυτό χορηγείται με το πέρας του χειρουργείου. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το σύστημα αυτομετάγγισης (cell saver), που ουσιαστικά ανακυκλώνει το αίμα που χάνεται κατά το χειρουργείο. 


 

ΜΕΤΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ

Μετά το χειρουργείο, ο ασθενής μπορεί να κινηθεί όταν νιώσει άνετα από πλευράς πόνου και καταβολής, συνήθως την επομένη του χειρουργείου. Η συνολική παραμονή στο νοσοκομείο είναι 4 με 7 ημέρες. Οι ασθενείς μπορούν να επιστρέψουν στο σχολείο 2 με 4 εβδομάδες μετά το χειρουργείο.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι όσο πιο ακίνητη διατηρείται η σπονδυλική στήλη, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να επιτύχει η σπονδυλοδεσία.Γι’ αυτό το λόγο μερικές φορές συνιστάται η χρήση κηδεμόνα μετά το χειρουργείο, όπως επίσης απαγορεύονται οι στροφές του κορμού, το σκύψιμο και η άρση βάρους. Τα σπορ που συνεπάγονται φυσική επαφή, όπως το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ, επιτρέπονται μετά την παρέλευση 6μήνου ή και χρόνου, όταν δηλαδή η ενσωμάτωση των μοσχευμάτων είναι πλήρης. 

Η παρακολούθηση της πορείας της σπονδυλοδεσίας γίνεται με ακτινογραφίες ανά 6μηνο, και για 1 έως δύο χρόνια. Μετά την επιτυχή ενσωμάτωση του μοσχεύματος, δε χρειάζεται καμία άλλη θεραπεία. Ειδικότερα, η σπονδυλοδεσία της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την κίνηση του σώματος. Τα υλικά σπονδυλοδεσίας δε χρειάζεται, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, να αφαιρεθούν. Το χειρουργείο της σκολίωσης (και γενικά η σκολίωση) δεν έχει σχέση και δεν επηρεάζει καθόλου τη φυσιολογική κύηση και τον τοκετό.

« επιστροφή
© Papadopoulos Hlias | All rights reserved