Εφηβική Ιδοπαθής Σκολίωση

 

ΙΔΙΟΠΑΘΗΣ ΕΦΗΒΙΚΗ ΣΚΟΛΙΩΣΗ

 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 Ο όρος ιδιοπαθής σκολίωση περιγράφει το ανώμαλο κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης (ΣΣ), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε κύρτωμα της ΣΣ είναι σκολίωση. Σύμφωνα με τον ορισμό της Scoliosis Research Society (SRS), σκολίωση είναι το μεγαλύτερο των 11 μοιρών κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης με ταυτόχρονη στροφή των σπονδύλων. Η σκολίωση μπορεί να οφείλεται σε συγγενή, αναπτυξιακά ή εκφυλιστικά αίτια, αλλά οι περισσότερες περιπτώσεις της σκολίωσης είναι άγνωστης αιτιολογίας και περιγράφονται ως ιδιοπαθής σκολίωση.
Η σκολίωση συνήθως εμφανίζεται στην θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης ή στην θωρακοσφυική (στο όριο μεταξύ της θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας) ή ακόμα σπανιότερα αμιγώς στην οσφυϊκή. Συνήθως αφορά την εμφάνιση ενός κυρτώματος που έχει σχήμα C ή δύο συνεχόμενων που δίνουν το σχήμα S στην ΣΣ. 
Οι πιο συνηθισμένες μορφές της σκολίωσης είναι:
Συγγενής σκολίωση (congenital scoliosis)
Οφείλεται στην εκ γενετής διαταραχή του σχηματισμού των σπονδύλων. Οι ασθενείς αυτοί εμφανίζουν σκολίωση από την βρεφική ηλικία.
Νευρομυϊκή σκολίωση (neuromuscular scoliosis)
Η διαταραχή των μυών ή των νεύρων τους, οδηγεί στην αδυναμία των μυών και στην δυσκολία της διατήρησης της ΣΣ σε ευθυγράμμιση πάνω από την πύελο. Συνήθως συμβαίνει στην παιδική ηλικία σε ασθενείς που αδυνατούν να βαδίσουν λόγω της πρωτογενούς νόσου, μυογενούς (όπως η μυϊκή δυστροφία) ή νευρογενούς (όπως η εγκεφαλική παράλυση) αιτιολογίας.
Εκφυλιστική ή σκολίωση των ενηλίκων (degenerative scoliosis)
Αναπτύσσεται αργότερα στη ζωή, είτε de novo, είτε σε ασθενείς που είχαν από την παιδική ηλικία σκολίωση που ήταν στάσιμη. Οφείλεται στην εκφύλιση-αρθρίτιδα των αρθρώσεων μεταξύ των σπονδύλων και κυρίως του μεσοσπονδύλιου δίσκου.
Ιδιοπαθής ή εφηβική σκολίωση (idiopathic or adolescent scoliosis)
Η πιο συνηθισμένη μορφή της σκολίωσης, κυρίως εμφανιζόμενη στους εφήβους και εξελίσσεται κατά την φάση της ταχείας ανάπτυξης της εφηβείας (adolescent growth spurt). 
 
 
ΙΔΙΟΠΑΘΗΣ ΣΚΟΛΙΩΣΗ
Είναι η πιο συχνή μορφή σκολίωσης εμφανιζόμενη κυρίως στην εφηβική ηλικία και οφείλει το όνομα της (ιδιοπαθής) στο ότι η αίτια της είναι άγνωστη, αν και συχνά εμφανίζεται σε οικογένειες, πράγμα που δείχνει κάποια μορφής κληρονομικότητα. Αν και στην Ελλάδα δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία, στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι μισό εκατομμύριο έφηβοι έχουν σκολίωση.
Με βάση την ηλικία εμφάνισης η ιδιοπαθής σκολίωση χωρίζεται σε τρεις τύπους:
από γέννηση μέχρι 3 ετών: νηπιακή σκολίωση (infantile scoliosis)
από 3 έως 9 ετών: παιδική (juvenile scoliosis)
από 9 έως και 18: εφηβική (adolescent scoliosis). Η τελευταία αποτελεί και το 80% όλων των περιπτώσεων της ιδιοπαθούς σκολιώσεως. 
Η παραπάνω ταξινόμηση κυρίως διαχωρίζει την νηπιακή από τους άλλους δύο τύπους σκολίωσης (παιδική και εφηβική) που έχουν ανάλογη μορφή και απάντηση στην θεραπεία. Μια δεύτερη ταξινόμηση που έχει προταθεί είναι με βάση την ανάπτυξη των πνευμόνων. Με βάση ότι οι πνεύμονες μέχρι την ηλικία των πέντε ετών έχουν ολοκληρώσει την ανάπτυξη τους και η διαταραχή του πνευμονικού κλωβού (η σπονδυλική στήλη με τις πλευρές) δεν επηρεάζει τη χωρητικότητα αυτών. Έτσι μπορεί η ιδιοπαθής σκολίωση να χωριστεί σε πριν και μετά την ηλικία των 5 ετών.
Ο κίνδυνος της προόδου της ιδιοπαθούς σκολίωσης είναι αυξημένος κατά την εφηβεία, κυρίως κατά την φάση της μέγιστης ανάπτυξης (juvenile growth spurt), που στα κορίτσια εμφανίζεται στην ηλικία των 11 ετών και στα αγόρια στην ηλικία των 13 ετών. Σκολίωση με σημαντικό κύρτωμα εμφανίζεται κυρίως στα κορίτσια που κατά 8 φορές συχνότερα χρειάζονται θεραπεία, γιατί το κύρτωμα εμφανίζει τάση προόδου. Γενικά όμως η πλειοψηφία των ασθενών με σκολίωση δεν χρειάζεται καμία θεραπεία.

 
ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΚΟΛΙΩΣΗΣ
Η ΙΣ προκαλεί παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης, αλλά όχι πόνο. Οι ασθενείς με ΙΣ μπορεί να εμφανίζουν πόνο στην ΣΣ (πχ οσφυαλγία), όπως και οι συνομήλικοί τους, χωρίς να εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία και συχνότητα οσφυαλγίας. Σε παιδιά με πόνο και σκολίωση η αιτία του πόνου είναι κάτι άλλο, όχι η σκολίωση. Δεδομένου ότι η σκολίωση προκαλεί αλλαγή του σχήματος (κακόηχα ονομάζεται παραμόρφωση-deformity) του σώματος, στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν στην διάγνωση της είναι: 
Α) ένας ώμος ψηλότερα από τον άλλο
Β) προπέτεια μίας ωμοπλάτης
Γ) προπέτεια ή υψηλότερη θέση των πλευρών από την μία πλευρά
Δ) ένας γοφός προέχει ή είναι υψηλότερα από τον άλλο
Ε) ασυμμετρία μέσης
Συνήθως ο παιδίατρος ή η νοσοκόμα του σχολείου είναι οι πρώτοι που βγάζουν την διάγνωση της σκολίωσης. Το πιο συνηθισμένο τεστ για την διάγνωση μικρών και χωρίς εμφανή παραμόρφωση σκολιώσεων είναι το τεστ της επίκυψης (Adam’s test), κατά το οποίο ο μαθητής σκύβει με τα χέρια και γόνατα τεντωμένα προς τα πόδια του ενώ ο γιατρός ή ο νοσηλευτής παρακολουθεί την πλάτη κυρίως από πίσω (εικόνα 2). Αυτή η θέση δείχνει καθαρά την ασυμμετρία της ΣΣ και του κορμού γενικά. Το επόμενο βήμα για την διάγνωση είναι η ακτινογραφία της ΣΣ. Τυπικά αν και στις περισσότερες περιπτώσεις η σκολίωση είναι ιδιοπαθής και δεν υπάρχει υπόστρωμα νευρομυϊκό, η κλινική εξέταση και κυρίως το νευρολογικό σκέλος αυτής είναι απαραίτητο να γίνεται. 
Η ακτινογραφία γίνεται στην όρθια θέση (προσθιοπίσθια), για της επιβεβαίωση της διάγνωσης και την μέτρηση της σκολίωσης (σε μοίρες). Η μέθοδος που χρησιμοποιείται ονομάζεται Cobb, και εμφανίζει ακρίβια 3 με 5 μοίρες. Στην ακτινογραφία πρέπει να περιέχεται και το άνω μέρος της πυέλου από βαθμό της οστεοποίησης της οποίας, μπορεί κανείς να υπολογίσει αδρά το υπολειπόμενο της ανάπτυξης του παιδιού (Risser sign, με μετρήσεις από 1 έως 5).  Σπανίως και κυρίως όταν υπάρχουν συνοδά νευρολογικά ευρήματα (αυξημένα αντανακλαστικά), ή στην παιδική σκολίωση προ κάθε θεραπείας, ή τέλος αν η σκολίωση είναι αριστερή θωρακική (το κύρτωμα δηλαδή στρέφει το κυρτό στην αριστερή πλευρά του σώματος, ενώ σχεδόν πάντα αναμένεται να είναι δεξιά), απαιτείται η λήψη μαγνητικής τομογραφίας της ΣΣ.
 Με βάση τα ευρήματα, η αντιμετώπιση χωρίζεται σε συντηρητική, δηλαδή παρακολούθηση ή τοποθέτηση κηδεμόνα (κορσέ) και χειρουργική αντιμετώπιση.

 
ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η απόφαση για την θεραπεία της ΙΣ σχετίζεται από την σκελετική ωριμότητα του παιδιού (πόση ανάπτυξη υπολείπεται από την στιγμή της διάγνωσης) και από τη θέση και το μέγεθος του κυρτώματος (σε μοίρες). Η συμπεριφορά κάθε σκολιωτικού κυρτώματος, δηλαδή αν θα μείνει στάσιμο ή θα προχωρήσει, επηρεάζεται από παράγοντες κινδύνου. Πιο συγκεκριμένα, όσο νεότερος είναι ο ασθενής, όσο πιο πολύ απέχει από την σκελετική ωρίμανση, και όσο μεγαλύτερo είναι το κύρτωμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να μεγαλώσει το τελευταίο (σε μοίρες). Επιπλέον παράγοντες κινδύνου είναι το γυναικείο φύλο, η απουσία έμμηνου ρύσεως (που είναι ισοδύναμος με την σκελετική ανωριμότητα) και η εντόπιση της σκολιώσεως στη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. 
Όλες οι άλλες μορφές αντιμετώπισης έχουν μετά από εκτεταμένες μελέτες σε μεγάλες σειρές παιδιών αποδειχθεί ανούσιες, όπως η γυμναστική, η χειροπρακτική, η οστεοπαθητική, η φυσικοθεραπεία. Όμοια δεν υπάρχει κανένας λόγος να τροποποιήσει ένα παιδί τις δραστηριότητες του (όπως να κατάργηση ή να αλλάξει ώμο στην σχολική τσάντα ή να αλλάξει στάση καθίσματος) καθότι καμία δραστηριότητα δεν επηρεάζει τo κύρτωμα.

 
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ
Κυρτώματα που είναι κάτω από 10 μοίρες δεν θεωρούνται σκολίωση αλλά ασυμμετρία της ΣΣ. Αυτά είναι απίθανο να εξελιχθούν και γενικά δεν χρειάζονται καμία μορφή παρακολούθησης ή θεραπείας, εκτός αν το παιδί είναι πολύ μικρό ή ανώριμο που πρέπει να παρακολουθούνται. Παρακολουθούνται επίσης και τα κυρτώματα 10 με 20 μοιρών, σε τακτά διαστήματα των 4 με 6 μηνών για τον έλεγχο της προόδου του κυρτώματος. Το όριο μοιρών που θεωρείται πρόοδος είναι οι 5 μοίρες (που είναι και το όριο ακρίβειας της μέτρησης): κάτω από 5 μοίρες δεν θεωρείται πρόοδος και δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο. Πάνω από 5 μοίρες σε παιδί με ανώριμο σκελετό (παιδί που ακόμα μεγαλώνει), τοποθετείται κηδεμόνας, αν η σκολίωση ξεπεράσει τις 20 μοίρες.

 
ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ 
Οι κηδεμόνες θεωρείται ότι αναχαιτίζουν την πρόοδο του κυρτώματος, αλλά δεν μπορούν να μειώσουν την παραμόρφωση (το μέγεθος των κυρτωμάτων), δηλαδή να «θεραπεύσουν» την σκολίωση. Εκτός αυτού παρά την χρήση τους, ένα τρίτο των σκολιώσεων θα συνεχίσει να μεγαλώνει μέσα στον κηδεμόνα. Η χρήση τους επιβάλλεται να γίνεται μόνο κατά την περίοδο μέγιστης ανάπτυξης που είναι και το χρονικό διάστημα που η σκολίωση μπορεί να επιδεινωθεί. Η έμμηνη ρύση είναι η αρχή του τέλους της μέγιστης ανάπτυξης , τέλος που διαπιστώνεται οριστικά με την χρήση ακτινολογικών ευρημάτων (Risser sign και ακτινογραφία χεριού), αλλά και από την εμφάνιση προχωρημένων δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου, όπως ανάπτυξη των μαστών και της τριχοφυΐας του φύλου.
Τα κυρτώματα που πιθανώς  να συνεχίσουν να αναπτύσσονται μετά την εφηβεία (ως σκολίωση των ενηλίκων πλέον), είναι αυτά που είναι μεγαλύτερα των 50 μοιρών, για αυτό και ο αντικειμενικός σκοπός της θεραπείας με κηδεμόνα είναι να εισέλθει το παιδί στην ενήλικη ζωή με κύρτωμα μικρότερο των 50 μοιρών.
Υπάρχουν 2 τύποι κηδεμόνα με διαφορετικές ενδείξεις: ο θωρακοσφυϊκός -ιερός κηδεμόνας (thoracolumbosacral orthosis-TLSO) και ο τύπου Charleston. O πρώτος που προσαρμόζεται στο σώμα κάθε παιδιού (custom molded) και μπορεί να φορεθεί κάτω από τα ρούχα. Δρα με την εφαρμογή πίεσης τριών σημείων στην ΣΣ και είναι συμβατός με κάθε σχεδόν τύπο κυρτώματος. Πρέπει να εφαρμόζεται για 16 έως 23 ώρες και μπορεί να αφαιρείται για τις αθλητικές δραστηριότητες. Ο τύπου Charleston είναι νυκτερινός κηδεμόνας που ουσιαστικά κυρτώνει το σώμα ενάντια στο σκολιωτικό κύρτωμα. Συνίσταται η χρήση του μόνο στα μονήρη θωρακικά ήπια κυρτώματα.
Εφόσον οι κηδεμόνες μπορούν να σταματήσουν την εξέλιξη ενός κυρτώματος των παιδιών αυτών που έχουν υπολειπόμενη ανάπτυξη, η χρήση τους σε σκελετικά ώριμα παιδιά είναι περιττή. Η χρήση τους περιορίζεται σε παιδιά 11 με 13 χρονών, προκειμένου για κορίτσια και 12 με 14 χρονών προκειμένου για αγόρια. Ένα παιδί με σκολίωση περίπου 30 μοιρών, σχεδόν ώριμο σκελετικά πρέπει να παρακολουθείται και όχι να αντιμετωπιστεί με κηδεμόνα γιατί η πιθανότητα να επιδεινωθεί η σκολίωση είναι ελάχιστη. 
Τα παραπάνω για τους κηδεμόνες αφορούν την φιλοσοφία των Αμερικάνων και Σκανδιναβών γιατρών. Η Βρετανική σχολή είναι τελείως αρνητική στην χρήση των κηδεμόνων στην ΙΣ, θεωρώντας ότι όποια έρευνα έγινε από τους παραπάνω για τους κηδεμόνες είχε μεθοδολογικά σφάλματα τέτοια ώστε να είναι αναξιόπιστη. Εκτός αυτού, δικές τους έρευνες έδειξαν ότι με ή χωρίς κηδεμόνα τα παιδιά που θα οδηγηθούν στο χειρουργείο για σκολίωση είναι αναλογικά ίδια και επιπλέον ότι τελικά τα περισσότερα παιδιά δεν φορούν τον κηδεμόνα γιατί έχει τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχοσύνθεση τους. Ως εκ τούτου, η έννοια του ελέγχου στα σχολεία για την πρώιμη διάγνωση της ΙΣ θεωρείται στη Βρετανία χωρίς ουσία, αφού η φυσική ιστορία της νόσου δεν μπορεί να αλλάξει με την παρέμβαση σε πρώιμο στάδιο (μικρές σκολιώσεις): για τα παιδιά που η σκολίωση είναι ορατή (παραμόρφωση) και εφόσον ενδείκνυται με βάση τις μετρώμενες μοίρες, συνίσταται η τελική λύση που είναι χειρουργείο.

 
ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Ο σκοπός του χειρουργείου στην ΙΣ είναι η σπονδυλοδεσία, δηλαδή το δέσιμο των επιμέρους σπονδύλων που συμμετέχουν στο κύρτωμα, ούτως ώστε να σταματήσει η επιδείνωση της σκολίωσης, ενώ ταυτόχρονα με την τοποθέτηση ισχυρών υλικών επιτυγχάνεται και η διόρθωση εν μέρη των κυρτωμάτων και άρα ένα καλύτερο κοσμητικό αποτέλεσμα. 
Το χειρουργείο για την σκολίωση συνίσταται σε κυρτώματα μεγαλύτερα των 40 μοιρών που δείχνουν ότι συνεχίζουν να επιδεινώνονται παρά τη χρήση του κηδεμόνα και σε κυρτώματα μεγαλύτερα των 50 μοιρών μετά το πέρας της σκελετικής ωρίμανσης, γιατί αυτά θα επιδεινώνονται κατά την ενήλικο ζωή.
Ο λόγος για τον οποίο χειρουργούμε τη σκολίωση είναι μέχρι τις 70 -80 μοίρες κοσμητικός. Αν η σκολίωση είναι πάνω αυτό το όριο, εκτός της σοβαρής παραμόρφωσης που προκαλεί, πιέζει και την καρδία και πνεύμονες, γιαυτό οι μοίρες αυτές αποτελούν απόλυτη ένδειξη πλέον για σπονδυλοδεσία. 
Η διόρθωση που αναμένεται με τα σύγχρονα υλικά σπονδυλοδεσίας είναι της τάξεως του 50% (σε μοίρες πάντα) και εξαρτάται από την ελαστικότητα της σπονδυλικής στήλης. Σε μεγαλύτερες ηλικίες η ΣΣ χάνει την ελαστικότητα της και μεγάλες διορθώσεις είναι δύσκολο να επιτευχθούν, αν και ο σκοπός του χειρουργείου δεν είναι τόσο η αριθμητική διόρθωση του ή των κυρτωμάτων, όσο η παραγωγή μιας αρμονικής ΣΣ και ώμων (που συχνά είναι ανυψωμένοι προεγχειρητικά από την μια πλευρά). Κατά το κλασικό οπίσθιο χειρουργείο, οι ράβδοι εφαρμόζονται σε ζευγάρια (αριστερά και δεξιά), αγκυρώνουν σταθερά στους σπονδύλους με τη χρήση αγκίστρων, βιδών ή συρμάτων. Ταυτόχρονα, προστίθεται οστό (μόσχευμα), είτε από την πύελο του ασθενούς, είτε από τράπεζες οστού, που δένει βιολογικά τους σπονδύλους μεταξύ τους (fusion), σε μια διαδικασία που διαρκεί 3 με 6 μήνες, αν και καμιά φορά παρατείνεται και στο χρόνο και παρέχει την μόνιμη ακινητοποίηση της ΣΣ (οι ράβδοι παρέχουν διόρθωση και προσωρινή ακινητοποίηση).
Υπάρχουν δύο προσπελάσεις στην σπονδυλική στήλη, η πρόσθια (δια του θώρακα ή της κοιλιάς) και η οπίσθια.
Οπίσθια προσπέλαση επί της ΣΣ
Η προσπέλαση γίνεται με το οπίσθιο μέρος των σπονδύλων, στους οποίους εφαρμόζονται τα υλικά που θα δεθούν με την ράβδο (βίδες ή/και άγκιστρα ή/και σύρματα). Δίνεται στις ράβδους το σχήμα που επιθυμούμε και την προσαρμόζουμε στους σπονδύλους με αποτέλεσμα το κύρτωμα να παίρνει τελικά το σχήμα των ράβδων. Τέλος προστίθεται το οστικό μόσχευμα.
Πρόσθια σπονδυλοδεσία
Υπάρχουν μερικές ειδικές ενδείξεις για πρόσθια σπονδυλοδεσία, είτε μόνη, είτε σε συνδυασμό με οπίσθια. Με μια πλάγια τομή είτε στον θώρακα είτε στην κοιλιά, φτάνουμε στην σπονδυλική στήλη αφού παραμερίσουμε τα ευγενή όργανα. Στη συνέχεια αφαιρούνται οι δίσκοι μεταξύ των σπονδύλων, πράγμα που κάνει την ΣΣ πιο ελαστική και τοποθετούνται βίδες σε κάθε σπόνδυλο που θέλουμε να σπονδυλοδέσουμε. Πάλι η ράβδος (μια είναι αρκετή αν και δύο παρέχουν καλύτερη συγκράτηση) κυρτώνεται εκτός σώματος και εφαρμόζεται στην ΣΣ, κλειδώνοντας σε κάθε σπόνδυλο, με αποτέλεσμα η ΣΣ να παίρνει το σχήμα της ράβδου. Το οστικό μόσχευμα μπαίνει στην θέση των δίσκων, όπου και τελικά θα γίνει η σπονδυλοδεσία.
Ως μεμονωμένη επέμβαση μπορεί να γίνει σε όλες τις σκολιώσεις με μονήρη καμπύλη (θώρακα, θωρακοσφυϊκές ή οσφυϊκές), με το πλεονέκτημα ότι το ίδιο ή και καλύτερο αποτέλεσμα (ως διόρθωση αλλά και λόγω θέσης ουλής στο σώμα) με την οπίσθια επέμβαση μπορεί να επιτευχθεί δένοντας λιγότερους σπονδύλους. Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία στις θωρακοσφυϊκές και οσφυϊκές σκολιώσεις, όπου καταβάλλεται προσπάθεια να αφήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους σπονδύλους εκτός της σπονδυλοδεσίας, τόσο για την διατήρηση της κίνησης της οσφύος, όσο και για την αποφυγή δημιουργίας μελλοντικά αρθρίτιδας και πόνου στα ελεύθερα τμήματα μεταξύ σπονδυλοδεσίας και πυέλου. 
 

ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ
Ο σημαντικότερος κίνδυνος είναι η παραπληγία. Είναι πάρα πολύ σπάνια επιπλοκή (2 στα 10000 παιδιά: 0.02% βάση του SRS) και είναι αποτέλεσμα διεγχειρητικής διαταραχής του νωτιαίου μυελού, είτε από την παρενόχληση από κάποιο από τα υλικά αγκίστρωσης, είτε από πτώση της πίεσης και άρα της παροχής αίματος σ’αυτόν, είτε από την αλλαγή του σχήματος της ΣΣ και συνεπώς του νωτιαίου μυελού. Για την πρόληψη τέτοιου συμβάματος, ο νωτιαίος μυελός παρακολουθείται καθόλη την επέμβαση. Με την τοποθέτηση ηλεκτροδίων στα άκρα και στο κεφάλι καταγράφεται και η αυτόματη δραστηριότητα των νεύρων (αυτόματο ηλεκτρομυογράφημα: spontaneous EMG_spEMG), αλλά και αν περνάει ηλεκτρικό ρεύμα από τα άκρα στο κεφάλι (σωματοαισθητικά προκλητά δυναμικά: somatosensory evoked potentials_SSEP’s) και από το κεφάλι στα άκρα (κινητικά προκλητά δυναμικά: transcranial motor evoked potentials_tcMEPs). Επίσης είναι ακόμα σε χρήση το τεστ αφύπνισης αν και η ηλεκτρική παρακολούθηση του νωτιαίου μυελού τείνει να αποδειχθεί ιδιαίτερα αξιόπιστη. Κατά το τεστ αφύπνισης (Stagnara test, από το όνομα του εμπνευστή), ο ασθενής ξυπνάει αφού ολοκληρωθεί η τοποθέτηση της ράβδου, χωρίς να πονάει ή να μπορεί να το θυμάται μετά το χειρουρείο, και του ζητείται να κουνήσει τα κάτω άκρα. Αν κάποιο από τα δύο αυτά τεστ είναι παθολογικό, τότε ή χαλαρώνεται η διόρθωση, ή και αφαιρούνται τελείως τα υλικά σπονδυλοδεσίας, αν μετά την χαλάρωση της διόρθωσης δεν επανέλθει η κίνηση στα κάτω άκρα. 
Άλλος σημαντικός κίνδυνος είναι η μεγάλη απώλεια αίματος, που περιορίζεται με προσεκτική τεχνική, ώστε τελικά συνήθως να μην χρειάζεται μετάγγιση αίματος. Προληπτικά είναι δυνατόν να χορηγήσει ο ασθενής προεγχειρητικά μια μονάδα αίματος (αυτόλογη μετάγγιση), είτε άμεσα πριν το χειρουργείο, είτε ένα μήνα νωρίτερα ώστε να το αναπληρώσει στο μεταξύ ο οργανισμός. Το αίμα αυτό χορηγείται με το πέρας του χειρουργείου. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το σύστημα αυτομετάγγισης (cell saver), που ουσιαστικά ανακυκλώνει το αίμα που χάνεται κατά το χειρουργείο. 

 
ΜΕΤΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ
Μετά το χειρουργείο ο ασθενής μπορεί να κινητοποιηθεί όταν νιώσει άνετα από πλευράς πόνου και καταβολής, συνήθως την επόμενη του χειρουργείου μέρα. Η συνολική παραμονή στο νοσοκομείο είναι 4 με 7 ημέρες. Οι ασθενείς μπορούν να γυρίσουν στο σχολείο 2 με 4 εβδομάδες μετά το χειρουργείο.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι όσο πιο ακίνητη διατηρείται η σπονδυλική στήλη, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα για να επιτύχει η σπονδυλοδεσία, γι’ αυτό και μερικές φορές συνίσταται η χρήση κηδεμόνα μετά το χειρουργείο όπως επίσης απαγορεύονται οι στροφές του κορμού, το σκύψιμο και η άρση βάρους. Τα σπορ που συνεπάγονται φυσική επαφή, όπως ποδόσφαιρο ή μπάσκετ, επιτρέπονται μετά την παρέλευση 6μήνου ή και χρόνου, όταν δηλαδή η ενσωμάτωση των μοσχευμάτων είναι πλήρης. 
Η παρακολούθηση της πορείας της σπονδυλοδεσίας γίνεται με ακτινογραφίες ανά 6μηνο και για 1 έως δύο χρόνια. Μετά την επιτυχή ενσωμάτωση του μοσχεύματος, καμία πλέον θεραπεία δεν χρειάζεται. Ειδικότερα η σπονδυλοδεσία της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την κίνηση του σώματος. Τα υλικά σπονδυλοδεσίας δεν χρειάζεται παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις να αφαιρεθούν. Το χειρουργείο της σκολίωσης (και γενικά η σκολίωση) δεν έχει σχέση και δεν επηρεάζει καθόλου την φυσιολογική κύηση και τον τοκετό.
 
 
 
« επιστροφή
© Papadopoulos Hlias | All rights reserved